Η ψυχολογία του ναζισμού, Έριχ Φρομ

Το κείμενο του Έριχ Φρομ « Η ψυχολογία του ναζισμού» αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του «Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία», εκδόσεων Μπουκουμάνη σε μετάφραση του Δημήτρη Θεοδωρακάτου. 

[…] Εξετάζοντας την ψυχολογία του ναζισμού πρέπει πρώτα να θεωρήσουμε σαν εισαγωγή το θέμα της δυνατότητας εφαρμογής των ψυχολογικών παραγόντων στην κατανόηση του ναζισμού. Κατά την επιστήμη και ακόμη περισσότερο κατά την εκλαϊκευτική εξέταση του ναζισμού προβάλλονται συνήθως δύο αντίθετες απόψεις: σύμφωνα με την πρώτη, η ψυχολογία δεν είναι ικανή να εξηγήσει ένα οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο όπως ο φασισμός και σύμφωνα με τη δεύτερη, ο φασισμός αποτελεί σήμερα πέρα για πέρα ψυχολογικό πρόβλημα.

Η πρώτη άποψη θεωρεί το ναζισμό είτε σαν αποτέλεσμα ενός αποκλειστικά οικονομικού δυναμισμού –των επεκτατικών τάσεων του γερμανικού ιμπεριαλισμού- είτε σαν ουσιαστικά πολιτικό φαινόμενο –της κατάκτησης του κρατικού μηχανισμού από ένα πολιτικό κόμμα υποστηριζόμενο από τους βιομηχάνους και τους Γιούνγκερς. Με δύο λόγια, η νίκη του ναζισμού θεωρείται σαν αποτέλεσμα της εξαπάτησης και του εκβιασμού της πλειοψηφίας του πληθυσμού από μια μειοψηφία.

Η δεύτερη άποψη, εξάλλου, υποστηρίζει πως ο ναζισμός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με βάση την ψυχολογία ή μάλλον με βάση την ψυχοπαθολογία. Θεωρούν το Χίτλερ σαν τρελό ή σα «νευρωτικό» και τους οπαδούς του επίσης τρελούς και πνευματικά ανισόρροπους. Σύμφωνα με την εξήγηση αυτή, όπως την παρουσιάζει ο Λ.Μάμφορντ, οι αληθινές πηγές του φασισμού πρέπιε να αναζητηθούν «στην ανθρώπινη ψυχή και όχι στην οικονομία». Και συνεχίζει: «Στην ακαταμάχητη έπαρση, την ευχαρίστηση της ωμότητας, τη νευρωτική αποσύνθεση – σε όλα αυτά βρίσκεται η εξήγηση του φασισμού και όχι στη συνθήκη των Βερσαλλιών ή την ανικανότητα της γερμανικής δημοκρατίας.»

Κατά τη γνώμη μας, καμία απ΄αυτές τις εξηγήσεις που τονίζουν τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες και αποκλείουν τους ψυχολογικούς –ή αντίστροφα- είναι ορθή. Ο ναζισμός είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά οι ψυχολογικοί παράγοντες αυτοί καθαυτοί θα πρέπει να θεωρείται πως διαμορφώθηκαν από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Ο ναζισμός είναι οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, αλλά η εξάπλωσή του σ΄έναν ολόκληρο λαό θα πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω σε ψυχολογική βάση. Αυτό που μας ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό είναι η ψυχολογική αυτή άποψη του ναζισμού, η ανθρώπινη βάση του. Το θέμα αυτό προβάλλει δύο προβλήματα: τη διαμόρφωση χαρακτήρα των ανθρώπων εκείνων προς τους οποίους απευθυνόταν και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας που τον κατέστησε ένα τόσο αποτελεσματικό όργανο σχετικά με τους ίδιους αυτούς ανθρώπους.

Θεωρώντας την ψυχολογική βάση της επιτυχίας του ναζισμού, θα πρέπει να κάνουμε, πριν  ακόμη ξεκινήσουμε, τον εξής διαφορισμό: ένα μέρος του πληθυσμού υποτάχθηκε στο ναζιστικό καθεστώς χωρίς μεγάλη αντίσταση, αλλά και χωρίς να γίνουν οι άνθρωποι αυτοί θαυμαστές της ναζιστικής ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής. Ένα άλλο μέρος ένοιωσε να έλκεται ισχυρά από τη νέα ιδεολογία και αφοσιώθηκε με φανατισμό στους κήρυκές της. Την πρώτη ομάδα αποτελούσε κατά κύριο λόγο η εργατική τάξη και η φιλελεύθερη και καθολική αστική τάξη. Παρά την εξαίρετη οργάνωση, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, οι ομάδες αυτές, μολονότι τηρούσαν συνέχεια εχθρική στάση απέναντι στο ναζισμό από την εμφάνισή του μέχρι το 1933, δεν πρόβαλαν την εσωτερική αντίσταση που θα ανέμενε κανείς σαν αποτέλεσμα των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Η θέλησή τους να αντισταθούν κατέρρευσε γρήγορα και από τότε πολύ λίγο ενόχλησαν το καθεστώς (εκτός φυσικά μιας μικρής μειοψηφίας, που αγωνίστηκε ηρωικά κατά του ναζισμού ολ΄αυτά τα χρόνοα). Ψυχολογικά, αυτή η προθυμία υποταγής στο ναζιστικό καθεστώς φαίνεται πως οφειλόταν κατά κύριο λόγο σε μια κατάσταση εσωτερικής κόπωσης και μοιρολατρίας, η οποία, όπως θα δείξουμε στο επόμενο κεφάλαιο, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μμας, ακόμη και στις δημοκρατικές χώρες. Στη Γερμανία υπήρχε μια ακόμη συνθήκη που αφορούσε την εργατική τάξη αυτής της χώρας: η ήττα που είχε υποστεί μετά τις πρώτες νίκες της επανάστασης του 1918. Η εργατική τάξη είχε εισέλθει στη μεταπολεμική περίοδο με πολλές ελπίδες πραγματοποίησης του σοσιαλισμού ή τουλάχιστο θετικής ανόδου της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής της θέσης. Όμως, ανεξάρτητα από τις αιτίες, δοκίμασε μια σειρά από συνεχείς ήττες, οι οποίες διέψευσαν όλες τις ελπίδες της. Στις αρχές του 1930 τα οφέλη των πρώτων επιτυχιών είχαν εκμηδενιστεί σχεδόν ολότελα, με αποτέλεσμα ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης, δυσπιστίας προς την ηγεσία της, αμφιβολίας σχετικά με την αξία κάθε μορφής πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δραστηριότητας. Οι εργάτες και εργαζόμενοι της Γερμανίας εξακολούθησαν να είναι μέλη των διάφορων κομμάτων τους και συνέχισαν να πιστεύουν στις πολιτικές θεωρίες τους. Όμως βαθιά μέσα τους πολλοί απ΄αυτούς είχαν πάψει να πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής δράσης.

Ένα ακόμη κίνητρο νομιμότητας της πλειονότητας του πληθυσμού προς τη ναζιστική κυβέρνηση δημιουργήθηκε μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Για εκατομμύρια ατόμων η κυβέρνηση του Χίτλερ έγινε ταυτόσημη με τη «Γερμανία». Από τη στιγμή που κατέλαβε ο Χίτλερ την κρατική εξουσία, ο αγώνας εναντίον του σήμαινε πως αυτοί που θα τον έκαναν αποκλείονταν μόνοι τους από τη γερμανική κοινότητα. Μετά την κατάργηση των πολιτικών κομμάτων, οπότε το ναζιστικό κόμμα «έγινε» η Γερμανία, η αντιπολίτευση προς το κόμμα αυτό σήμαινε αντιπολίτευση προς τη Γερμανία. Φαίνεται πως τίποτε δεν ήταν πιο δύσκολο για το μέσο άνθρωπό από το να υποφέρει το αίσθημα πως δεν ταυτιζόταν με ένα ευρύτερο σύνολο. Όσο κι αν ο Γερμανός πολίτης μπορεί να διαφωνούσε με τις αρχές του ναζισμού, από τη στιγμή που είχε να διαλέξει μεταξύ του να μείνει μόνος ή να ανήκει στη Γερμανία, τα περισσότερα άτομα θα διάλεγαν το δεύτερο. Και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που πρόσωπα τα οποία δεν ήταν ναζιστές υπεραμύνθηκαν το ναζισμό από την κριτική των ξένων, γιατί ένοιωθαν πως η επίθεση κατά του ναζισμού ήταν επίθεση κατά της Γερμανίας. Ο φόβος της απομόνωσης και η σχετική αδυναμία των ηθικών αρχών, βοηθά κάθε κόμμα να κερδίσει τη νομιμοφροσύνη ενός μεγάλου τομέα του πληθυσμού, όταν το κόμμα αυτό καταλάβει την κρατική εξουσία.

Η άποψη αυτή οδηγεί σ΄ένα πολύ σπουδαίο για τα προβλήματα της πολιτικής προπαγάνδας αξίωμα: κάθε επίθεση κατά της Γερμανίας αυτής καθαυτής, κάθε προπαγάνδα δυσφήμισης σχετικά με «τους Γερμανούς» (όπως η προσωνυμία «Ούννοι» του τελευταίου πολέμου), απεναντίας βοηθούσε στο να γίνεται μεγαλύτερη η νομιμοφροσύνη αυτών που είχαν ολοκληρωτικά ταυτιστεί με το ναζιστικό σύστημα. Αλλά το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί βασικά με την κατάλληλη προπαγάνδα, παρά μόνο με την επικράτηση σε όλες τις χώρες μιας θεμελιώδους αλήθειας: ότι οι ηθικές αρχές πρέπει να τίθενται υπεράνω του έθνους και ότι με την προσήλωση στις αρχές αυτές ένα άτομο ανήκει στην κοινότητα όλων εκείνων που ασπάζονται, ασπάστηκαν ή θα ασπάζονται τις αρχές αυτές.

Αντίθετα από την αρνητική ή παθητική στάση της εργατικής τάξης και της φιλελεύθερης και καθολικής αστικής τάξης, η ναζιστική ιδεολογία έγινε με φλογερό ενθουσιασμό δεκτή από τα κατώτερα στρώματα της μεσαίας αστικής τάξης, που τα αποτελούσαν μικροεπαγγελματίες, βιοτέχνες και υπάλληλοι.

Τα μέλη της παλιάς γενιάς της τάξης αυτής αποτέλεσαν την πιο παθητική μαζική βάση. Οι γιοί τους και οι κόρες τους έγιναν πιο δραστήριοι μαχητές. Σ΄αυτούς η ναζιστική ιδεολογία – το πνεύμα τυφλής υπακοής σε έναν ηγέτη και το μίσος κατά των φυλετικών και πολιτικών μειονοτήτων, η δίψα για κατακτήσεις και κυριαρχία, ο εκθειασμός του γερμανικού λαού και της «βόρειας φυλής» – βρήκε τρομαχτική απήχηση στο συναισθηματικό τους κόσμο και ήταν ακριβώς η απήχηση αυτή που τους μετέτρεψε σε φλογερούς οπαδούς και μαχητές της ναζιστικής υπόθεσης. Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η ναζιστική ιδεολογία βρήκε τέτοια απήχηση στην κατώτερη μεσαία τάξη πρέπει να αναζητηθεί στον κοινωνικό χαρακτήρα της κατώτερης μεσαίας τάξης. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της τάξης αυτής διαφέρει σημαντικά από τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης, των ανώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης και της προ του πολέμου τού 1914 αριστοκρατίας. Ορισμένα γνωρίσματα χαρακτήριζαν το τμήμα αυτό της μεσαίας τάξης σ΄όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Η αγάπη της για τον ισχυρό, το μίσος της προς τον αδύνατο, η μικρότητα, η εχθρότητα και η τσιγγουνιά της ως προς τα αισθήματα, αλλά και ως προς το χρήμα και ουσιαστικά ο ασκητισμός της. Η προοπτική των μελών τής μεσαίας τάξης για τη ζωή ήταν περιορισμένη, υποπτεύονταν και μισούσαν τον ξένο, ήταν περίεργοι και ζηλόφθονοι απέναντι στις γνωριμίες τους, προβάλλοντας το φθόνο τους σαν ηθική αγανάκτηση. Ολόκληρη η ζωή τους στηριζόταν στην αρχή της στέρησης – οικονομικής και ψυχολογικής.

Το ότι ο κοινωνικός χαρακτήρας της κατώτερης μεσαίας τάξης διέφερε από τον αντίστοιχο της εργατικής τάξης, δε σήμαινε ότι τη διαμόρφωση αυτή χαρακτήρα δεν τη βρίσκουμε επίσης και στην εργατική τάξη. Αλλά ενώ για την κατώτερη μεσαία τάξη ήταν τυπικό γνώρισμα, μόνο μια μειοψηφία της εργατικής τάξης είχε να επιδείξει την ίδια διαμόρφωση χαρακτήρα κατά τον ίδιο σαφή τρόπο. Πάντως το ένα ή το άλλο γνώρισμα, σε λιγότερο έντονη μορφή, όπως ο μεγάλος σεβασμός προς την εξουσία ή την αποταμίευση, συναντιόταν επίσης στα περισσότερα μέλη της εργατικής τάξης. Από το άλλο μέρος, φαίνεται πως μεγάλο τμήμα των εργαζομένων ως υπαλλήλων –προφανώς η πλειονότητα – έμοιαζε περισσότερο στη διαμόρφωση χαρακτήρα με τους χειρωνακτικούς εργάτες (ιδιαίτερα με τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων) παρά με τη «παλιά μεσαία τάξη», που δεν συμμετείχε στην άνοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού παρά απειλείτο σοβαρά απ΄αυτόν.

Μολονότι είναι αλήθεια πως ο κοινωνικός χαρακτήρας της κατώτερης μεσαίας τάξης παρέμεινε αμετάβλητος για πολύ πριν από τον πόλεμο του 1914, είναι επίσης αλήθεια ότι τα γεγονότα μετά τον πόλεμο έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στα στοιχεία εκείνα, που ήταν τα ισχυρότερα στηρίγματα της ναζιστικής ιδεολογίας: την επιθυμία υποταγής και τον πόθο της εξουσίας.

Στην περίοδο πριν από τη Γερμανική Επανάσταση του 1918, η οικονομική κατάσταση των κατώτερων στρωμάτων της παλιάς μεσαίας τάξης, των ανεξάρτητων επαγγελματιών και βιοτεχνών, βρισκόταν κιόλας σε κατάπτωση. Δεν βρισκόταν όμως σε κατάσταση απόγνωσης και υπήρχαν πολλοί παράγοντες που συνηγορούσαν για μια σταθεροποίηση.

Η εξουσία της μοναρχίας ήταν αδιαφιλονίκητη και το μέλος της μεσαίας τάξης, αποκλίνοντας προς τη μοναρχία και ταυτιζόμενο μ΄αυτή, απέκτησε ένα αίσθημα σιγουριάς και ναρκισσευόμενης υπερηφάνειας. Επίσης, η εξουσία της θρησκείας και της παραδοσιακής ηθικής είχε ακόμη γερές ρίζες. Η οικογένεια εξακολουθούσε να είναι απρόσβλητο και ασφαλές καταφύγιο σ΄έναν εχθρικό κόσμο. Το άτομο αισθανόταν πως ανήκε σ΄ένα σταθερό κοινωνικό και πολιτιστικό σύστημα, στο οποίο κατείχε καθορισμένη θέση. Η υποταγή και η νομιμοφροσύνη του στις υφιστάμενες εξουσίες αποτελούσαν ικανοποιητική λύση για τις μαζοχιστικές του παρορμήσεις. Δεν είχε φτάσει όμως στα άκρα της πλήρους παράδοσης του εγώ του και διατηρούσε την αίσθηση της σπουδαιότητας της προσωπικότητάς του. Αυτό που του έλειπε από άποψη σιγουριάς και επιθετικότητας σαν άτομο, το αναπλήρωνε η δύναμη των εξουσιών στις οποίες είχε υποταχθεί. Με δύο λόγια, η οικονομική του θέση ήταν ακόμη αρκετά σταθερή, ώστε να του δίνει ένα αίσθημα εγωισμού και σχετικής σιγουριάς και οι εξουσίες στις οποίες στηριζόταν ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να του εξασφαλίζουν πρόσθετη σιγουριά, την οποία δεν ήταν δυνατό να εξασφαλίσει από τη θέση του το ίδιο το άτομο.

Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε σημαντικά κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Κατά πρώτο λόγο, η οικονομική κατάπτωση της παλιάς μεσαίας τάξης ακολούθησε γοργότερο ρυθμό. Η κατάπτωση αυτή επιταχύνθηκε από τον πληθωρισμό, που, φτάνοντας στο κατακόρυφο το 1923, εξανέμισε ολότελα τις οικονομίες πολλών χρόνων εργασίας.

Ενώ κατά την περίοδο 1924-1928 παρατηρείται μια οικονομική βελτίωση, που επιτρέπει την αναζωογόνηση των ελπίδων της κατώτερης μεσαίας τάξης, η κρίση του 1929 ήρθε να εξανεμίσει και πάλι όλα τα κέρδη που είχαν πραγματοποιηθεί. Όπως και κατά την περίοδο του πληθωρισμού, η μεσαία τάξη, συνθλιβόμενη ανάμεσα στους εργάτες και τις ανώτερες τάξεις, ήταν το περισσότερο ανυπεράσπιστο στρώμα και επομένως αυτό που δέχτηκε τα σκληρότερα πλήγματα.

Εκτός όμως από τους οικονομικούς παράγοντες, στην επιδείνωση της θέσης της συνέβαλαν και ψυχολογικά στοιχεία. Ένα απ΄αυτά ήταν η στρατιωτική ήττα και η πτώση της μοναρχίας. Καθώς η μοναρχία και το κράτος ήταν το σταθερό θεμέλιο πάνω στο οποίο, από ψυχολογική άποψη, ο μικροαστός είχε στηρίξει την ύπαρξή του, η αποτυχία και η ήττα του κράτους και της μοναρχίας συγκλόνισε τη βάση της ίδιας της ζωής του. Αφού ήταν δυνατό ο Κάιζερ να εξευτελίζεται δημόσια, οι αξιωματικοί να προσβάλλονται, το κράτος να αλλάζει μορφή και να γίνουν υπουργοί οι «ερυθροί αγκιτάτορες» και πρόεδρος ένας σαμαράς,ποιόν θα μπορούσε να εμπιστευθεί ο μικροαστός? Είχε ταυτίσει τον εαυτό του, με τη στάση υποταγής του, μ΄όλους αυτούς τους θεσμούς που κατέρρευσαν. Τώρα που θα μπορούσε να στηριχτεί?

Ο πληθωρισμός έπαιξε και οικονομικό και ψυχολογικό ρόλο. Ήταν ένα θανάσιμο χτύπημα κατά της αρχής της αποταμίευσης, καθώς και κατά του κύρους του κράτους. Αν οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής, για τις οποίες είχαν θυσιαστεί τόσες και τόσες μικροαπολαύσεις, ήταν δυνατό να χαθούν, όχι από υπαιτιότητα του κατόχου τους, ποια σημασία είχε λοιπόν η αποταμίευση? Αν το κράτος μπορούσε να αθετεί την υπόσχεσή του, πού είχε δώσει με ενυπόγραφα τραπεζογραμμάτια και ομολογίες, τίνος την υπόσχεση μπορούσε πια να πάρει κανείς στα σοβαρά?

Σε απότομη πτώση δε βρέθηκε μόνο η οικονομική θέση της κατώτερης μεσαίας τάξης μετά τον πόλεμο, αλλά και το κοινωνικό της γόητρο. Πριν από τον πόλεμο, το μέλος της μεσαίας τάξης ένοιωθε καλύτερα από τον εργάτη. Μετά την επανάσταση, το κοινωνικό γόητρο της εργατικής τάξης ανέβηκε σημαντικά και κατά συνέπεια το γόητρο της μεσαίας τάξης μειώθηκε σχετικά. Δεν υπήρχε πια κανείς κατώτερος που μπορούσε η μεσαία τάξη να τον κοιτάζει αφ’ υψηλού, προνόμιο που αποτελούσε από παλιά ένα ισχυρότατο ατού του μικροεπαγγελματία και των ομοίων του.

Εκτός απ΄αυτούς τους παράγοντες, κλονίστηκε επίσης και το τελευταίο οχυρό της σιγουριάς της μεσαίας τάξης: η οικογένεια. Στη Γερμανία, περισσότερο από τις άλλες χώρες, διαταράχτηκαν η εξουσία του πατέρα και η ηθική της παλιάς μεσαίας τάξης. Η νεώτερη γενιά έκανε ό,τι ήθελε χωρίς να νοιάζεται αν στις πράξεις της είχε την επιδοκιμασία των γονέων.

Είναι τόσο πολύπλευρες και πολυσύνθετες οι αιτίες αυτής της εξέλιξης, ώστε δεν είναι δυνατό να εξεταστούν εδώ λεπτομερειακά. Θα ασχοληθώ εδώ όμως σχετικά με λίγα λόγια. Η παρακμή των παλιών κοινωνικών συμβόλων εξουσίας, όπως η μοναρχία και το κράτος, επέδρασε πάνω στο ρόλο της ατομικής εξουσίας, δηλαδή της εξουσίας των γονέων. Αν αυτές οι εξουσίες, τις οποίες η νεώτερη γενιά είχε διδαχτεί από τους γονείς της να σέβεται, κλονίστηκαν, τότε και οι γονείς έχασαν την εξουσία και το κύρος τους. Ένας άλλος παράγοντας ήταν πως, στις αλλαγμένες συνθήκες, η παλιά γενιά τα είχε χάσει, δεν ήξερε τι να κάνει και μπορούσε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες δυσκολότερα απ΄όσο η εξυπνότερη νεώτερη γενιά.

Έτσι η νεώτερη γενιά αισθανόταν ανωτερότητα απέναντι στους μεγαλύτερους και δεν μπορούσε να τους παίρνει πια, καθώς και τα κηρύγματά τους, στα σοβαρά. Ακόμη, η οικονομική παρακμή της μεσαίας τάξης στερούσε τους γονείς από τον οικονομικό τους ρόλο, του υποστηρικτή του οικονομικού μέλλοντος των παιδιών τους.

Η παλιά γενιά της κατώτερης μεσαίας τάξης αισθανόταν περισσότερη πικρία και μνησικακία, αλλά με παθητικό τρόπο. Η νέα γενιά σπρωχνόταν στη δράση. Η οικονομική θέση της τελευταίας είχε επιδεινωθεί από το γεγονός ότι η βάση για μια ανεξάρτητη οικονομική ύπαρξη, σαν εκείνη που γνώρισαν οι γονείς τους, είχε πια χαθεί. Η επαγγελματική αγορά ήταν κορεσμένη και οι ευκαιρίες να σταδιοδρομήσει κανείς σα γιατρός ή δικηγόρος ήταν περιορισμένες. Όσοι είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο ένοιωθαν πως είχαν δικαίωμα να περνούν καλύτερα. Ιδιαίτερα οι πολυάριθμοι νέοι αξιωματικοί, που ήταν συνηθισμένοι επί χρόνια να διοικούν και να ασκούν εξουσία εντελώς φυσικά, δεν μπορούσαν  να συμβιβαστούν με την ιδέα πως θα εργαστούν σαν υπάλληλοι ή σαν περιοδεύοντες.

Η αυξανόμενη κοινωνική απογοήτευση είχε προεκτάσεις που αποτελούσαν μια από τις σημαντικές πηγές του Εθνικοσοσιαλισμού: τα μέλη της μεσαίας τάξης, αντί να κατανοήσουν την οικονομική και κοινωνική τους μοίρα, ταύτισαν συνειδητά τη μοίρα τους με τη μοίρα του έθνους. Η εθνική ήττα και η συνθήκη των Βερσαλλιών έγιναν τα σύμβολα, στα οποία μετατέθηκε η πραγματική – η κοινωνική – διάψευση των ελπίδων τους.

Πολύ συχνά λέγεται πως μια από τις αιτίες της ανόδου του ναζισμού ήταν η μεταχείριση της Γερμανίας από τους νικητές του 1918. Η άποψη αυτή χρειάζεται διευκρίνιση. Η πλειονότητα των Γερμανών αισθανόταν πως η συνθήκη ειρήνης ήταν άδικη. Ενώ όμως η μεσαία τάξη αντιδρούσε με έντονο μίσος, η εχθροπάθεια τής εργατικής τάξης κατά της συνθήκης των Βερσαλλιών ήταν μικρότερη. Οι εργάτες έβλεπαν εχθρικά το παλιό καθεστώς και η απώλεια τού πολέμου σήμαινε γι’ αυτούς ήττα αυτού τού καθεστώτος. Ένοιωθαν πως πολέμησαν ηρωικά και δεν είχαν λόγο να ντρέπονται για τον εαυτό τους. Από το άλλο μέρος, η νίκη της επανάστασης, που έγινε δυνατή χάρη στην ήττα τής μοναρχίας, τους απέφερε οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά οφέλη. Η εχθρότητα κατά της συνθήκης των Βερσαλλιών είχε τη βάση της μονάχα στην κατώτερη μεσαία τάξη. Η εθνικιστική εχθρότητα ήταν μια αιτιολόγηση για την προέκταση της κοινωνικής κατωτερότητας σε εθνική κατωτερότητα.

Η προέκταση αυτή είναι καταφανής στην προσωπική εξέλιξη του Χίτλερ. Ήταν ένας τυπικός εκπρόσωπος της κατώτερης μεσαίας τάξης, ένα μηδενικό χωρίς μελλοντικές δυνατότητες. Αισθανόταν έντονα το ρόλο τού απόκληρου της τύχης. Συχνά μιλάει στο «Mein Kampf» για τον εαυτό του, λέγοντας πως ήταν ένα «τίποτα», ένας «άγνωστος» στα νιάτα του. Ενώ όμως αυτό οφειλόταν ουσιαστικά στην κοινωνική του θέση, προσπαθεί να το αιτιολογήσει προεκτείνοντάς το στα εθνικά σύμβολα. Γεννημένος έξω από το Ράιχ αισθανόταν ξένος, όχι τόσο κοινωνικά, όσο εθνικά και το Μεγάλο Ράιχ, το οποίο θα αγκάλιαζε όλα τα τέκνα του, έγινε γι΄αυτόν το σύμβολο τού κοινωνικού γοήτρου και της σιγουριάς.

Το αίσθημα αδυναμίας, άγχους και απομόνωσης από το κοινωνικό σύνολο της παλιάς μεσαίας τάξης και η ροπή καταστροφής που πηγάζει απ΄αυτή την κατάσταση, δεν ήταν η μόνη πηγή του ναζισμού. Οι αγρότες αισθάνονταν έχθρα ενάντια σε κείνους που είχαν χρεωθεί, ενώ οι εργάτες ένοιωθαν βαθιά απογοήτευση και αποθάρρυνση από την αδιάκοπη πολιτική υποχώρηση μετά τις πρώτες νίκες του 1918, εξαιτίας μιας ηγεσίας που έχασε κάθε στρατηγική πρωτοβουλία. Τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού είχε καταλάβει το αίσθημα της ατομικής ασημαντότητας και αδυναμίας, που περιγράψαμε σα χαρακτηριστικό γνώρισμα του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Οι ψυχολογικές αυτές συνθήκες δεν ήταν η «αιτία» του ναζισμού. Αποτέλεσαν την ανθρώπινη βάση του, χωρίς την οποία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί, αλλά κάθε ανάλυση του φαινομένου της ανόδου και της νίκης του ναζισμού πρέπει να ασχολείται με τις αυστηρά οικονομικές και πολιτικές, καθώς και με τις ψυχολογικές, συνθήκες. Λόγω της πληθώρας των φιλολογικών έργων που ασχολούνται σχετικά, αλλά και των ειδικών επιδιώξεων αυτού του βιβλίου, δεν είναι ανάγκη να προχωρήσουμε στην εξέταση αυτών των οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων. Ο αναγνώστης όμως δεν θα πρέπει να ξεχνά το ρόλο που έπαιξαν οι εκπρόσωποι του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου και οι μισοχρεωκοπημένοι Γιούνκερς. Χωρίς την υποστήριξή τους, ο Χίτλερ ποτέ δε θα νικούσε και η υποστήριξή τους αυτή οφειλόταν πολύ περισσότερο στην κατανόηση των οικονομικών τους συμφερόντων παρά σε ψυχολογικούς παράγοντες.

Αυτή η τάξη ιδιοκτητών αντιμετώπιζε ένα κοινοβούλιο, στο οποίο τα 40% των αντιπροσώπων ήταν σοσιαλιστές και κομμουνιστές, εκπρόσωποι ομάδων που ήταν δυσαρεστημένες με το υφιστάμενο κοινωνικό σύστημα, και στο οποίο (κοινοβούλιο) συμμετείχαν επίσης ένας αυξημένος αριθμός ναζιστών αντιπροσώπων, που εκπροσωπούσαν μια τάξη, η οποία βρισκόταν σε οξεία αντίθεση με τους πιο ισχυρούς εκπροσώπους του γερμανικού καπιταλισμού.

Ένα τέτοιο κοινοβούλιο, που αντιπροσώπευε στην πλειοψηφία του τάσεις που στρέφονταν ενάντια στα οικονομικά συμφέροντα των ιδιοκτητών δεν ήταν δυνατό παρά να το θεωρούν επικίνδυνο. Έλεγαν πως η δημοκρατία είχε χρεοκοπήσει. Στην πραγματικότητα η δημοκρατία λειτουργούσε πολύ καλά. Το κοινοβούλιο αντιπροσώπευε μάλλον την καλύτερη εκπροσώπηση των αντίστοιχων συμφερόντων των διάφορων τάξεων του γερμανικού πληθυσμού, και για το λόγο αυτό το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν ήταν πια δυνατό να συμβιβαστεί με την ανάγκη της διατήρησης των προνομίων του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου και των μισοφεουδαρχών γαιοκτημόνων. Οι εκπρόσωποι των προνομιούχων αυτών ομάδων περίμεναν πως ο ναζισμός θα διοχέτευε τη συναισθηματική εχθρότητα που τους απειλούσε σε άλλα κανάλια και ταυτόχρονα θα χαλιναγωγούσε το έθνος, υποτάσσοντάς το στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων τους. Και δεν απογοητεύτηκαν γενικά. Ο Χίτλερ και η γραφειοκρατία του δεν ήταν όργανα που μπορούσαν να μπούν κάτω από τις διαταγές των Τύσσεν και των Κρούπ, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να μοιραστούν την εξουσία με τη ναζιστική γραφειοκρατία και συχνά υποτάσσονταν σ΄αυτή.Μολονότι όμως αποδείχτηκε πως ο ναζισμός ήταν συμφορά για όλες τις άλλες τάξεις, υποστήριξε τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ομίλων της γερμανικής βιομηχανίας. Το ναζιστικό σύστημα ήταν η «μοντέρνα» μορφή του προπολεμικού γερμανικού ιμπεριαλισμού, και αποτέλεσε τη συνέχειά του μετά την πτώση της μοναρχίας. (Πάντως η δημοκρατία δεν διέκοψε στην πραγματικότητα την ανάπτυξη του γερμανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά τη βοήθησε με τα μέσα που είχε στη διάθεσή της.)

Στο σημείο αυτό προβάλλει ένα ζήτημα που ασφαλώς θα απασχολεί πολλούς αναγνώστες: Πως μπορεί να συμβιβαστεί η άποψη ότι η ψυχολογική βάση του ναζισμού ήταν η παλιά μεσαία τάξη με την άποψη ότι ο ναζισμός εξυπηρέτησα τα συμφέροντα του γερμανικού ιμπεριαλισμού? Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατ΄αρχήν η ίδια με εκείνη που δόθηκε στο θέμα που αφορά το ρόλο της μεσαίας τάξης της υπαίθρου κατά την περίοδο της ανόδου του καπιταλισμού. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, κάτω από την απειλή του μονοπωλιακού καπιταλισμού τελούσε η μεσαία τάξη και ιδιαίτερα η κατώτερη μεσαία τάξη. Αυτό της δημιουργούσε μεγάλες ανησυχίες και ξεσήκωνε το μίσος της. Είχε περιέλθει σε κατάσταση πανικού και την πλημμύριζε η επιθυμία υποταγής αλλά και κυριαρχίας πάνω σε κείνους που ήταν ανίσχυροι. Τα αισθήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από μια ολότελα διαφορετική τάξη για τη δημιουργία ενός καθεστώτος που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Ο Χίτλερ αποδείχτηκε χρησιμότατο όργανο, γιατί συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του μνησίκακου γεμάτου μίσος μικροαστού,  με τον οποίο μπορούσε να ταυτιστεί η κατώτερη μεσαία τάξη συναισθηματικά και κοινωνικά, με τα χαρακτηριστικά ενός καιροσκόπου που ήταν πρόθυμος να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των Γερμανών βιομηχάνων και Γιούνκερς. Στην αρχή πρόβαλε σα Μεσσίας της παλιάς μεσαίας τάξης, υποσχόμενος την καταστροφή των μεγάλων γενικών καταστημάτων, την κατάργηση της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου κ.τ.τ. Οι υποσχέσεις όμως αυτές ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Ο ναζισμός ποτέ δεν είχε αληθινές πολιτικές ή οικονομικές αρχές. Έχε μεγάλη σημασία να γίνει κατανοητό ότι μια από τις αρχές του ναζισμού είναι ο άκρατος καιροσκοπισμός. Και το σημαντικό είναι πως οι εκατοντάδες χιλιάδες μικροαστοί, που σε μια ομαλή πορεία εξέλιξης δεν είχαν καμία πιθανότητα να αποκτήσουν χρήμα ή δύναμη, μπορούσαν τώρα, σα μέλη της ναζιστικής γραφειοκρατίας, να εξαναγκάσουν τις ανώτερες τάξεις να τους παραχωρήσουν ένα αξιόλογο μέρος του πλούτου και του γοήτρου τους. Άλλοι, που δεν ήταν μέλη της ναζιστικής μηχανής, βολεύτηκαν σε δουλειές που αφαιρέθηκαν από τους Εβραίους και τους άλλους πολιτικούς αντιπάλους. Όσο για τους λοιπούς, αν δεν είχαν «άρτον» είχαν «θεάματα».

Η συγκινησιακή ικανοποίηση που παρείχαν αυτά τα σαδιστικά θεάματα και μια ιδεολογία που τους έδινε το αίσθημα της ανωτερότητας πάνω στην υπόλοιπη ανθρωπότητα ήταν αρκετά να τους αποζημιώσουν –τουλάχιστον προσωρινά- για το γεγονός ότι η ζωή τους είχε χειροτερέψει οικονομικά και πνευματικά.

Είδαμε πως μερικές οικονομικές μεταβολές που επακολούθησαν, ιδιαίτερα η παρακμή της μεσαίας τάξης και η άνοδος της δύναμης του μονοπωλιακού κεφαλαίου, άσκησαν βαθιά ψυχολογική επίδραση.

Οι επιδράσεις αυτές ενισχύονταν ή καθιερώνονταν από μια πολιτική ιδεολογία – όπως με τις θρησκευτικές ιδεολογίες του 16ου αιώνα – και οι φυσικές δυνάμεις που δημιουργούνταν απ΄αυτό δρούσαν σε διεύθυνση αντίθετη προς τα πρωταρχικά οικονομικά συμφέροντα αυτής της τάξης. Ο ναζισμός αναστήλωσε την κατώτερη μεσαία τάξη ψυχολογικά, συμβάλλοντας παράλληλα στην καταστροφή της παλιάς κοινωνικοοικονομικής της θέσης. Έθεσε σε κίνηση τη συναισθηματική της ενεργητικότητα, με σκοπό να γίνει αξιόλογη δύναμη στον αγώνα για τις οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού.

[…]

Η αυτοβιογραφία του Χίτλερ δίνει μια από τις καλύτερες εικόνες του ολοκληρωτικού χαρακτήρα και καθώς είναι επίσης και ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ντοκουμέντα της ναζιστικής φιλολογίας, θα τη χρησιμοποιήσω σαν την κύρια πηγή ανάλυσης του ναζισμού.

Αναφέραμε πως η ουσία του ολοκληρωτικού χαρακτήρα βρίσκεται στην ταυτόχρονα συνύπαρξη σαδιστικών και μαζοχιστικών παρορμήσεων. Ορίσαμε πως ο σαδισμός αποσκοπεί στην απόκτηση απεριόριστης εξουσίας πάνω σ΄ένα άλλο άτομο που συνοδεύεται λίγο πολύ με ροπή καταστροφής. Και πως ο μαζοχισμός αποσκοπεί στη διάλυση του εγώ του ατόμου μέσα σε μια συντριπτικά ισχυρή δύναμη και τη συμμετοχή του στην ισχύ και τη δόξα της. Τόσο η σαδιστική όσο και η μαζοχιστική τάση προκαλούνται από την ανικανότητα του απομονωμένου ατόμου και την ανάγκη που νοιώθει για μια συμβιωτική σχέση που θα υπερνικούσε τη μοναξιά του.

Ο σαδιστικός πόθος εξουσίας βρίσκει πολύπλευρες εκφράσεις στο «Mein Kampf». Αποτελεί χαρακτηριστικό της σχέσης του Χίτλερ με τις μάζες, που τις απεχθάνεται και τις «αγαπά» με τον τυπικά σαδιστικό τρόπο, καθώς και με τους πολιτικούς εχθρούς του, προς τους οποίους επιδεικνύει τα καταστρεπτικά εκείνα στοιχεία που αποτελούν αξιόλογο συστατικό του σαδισμού του. Αναφέρεται στην ικανοποίηση που νοιώθουν οι μάζες με την κυριαρχία. «Αυτό που θέλουν είναι η νίκη του ισχυρότερου και η εκμηδένιση και η δίχως όρους παράδοση του ασθενέστερου».

«Όπως μια γυναίκα, που προτιμά να υπαχθεί σ΄έναν ισχυρό παρά να εξουσιάζει έναν αδύνατο άντρα, έτσι και οι μάζες αγαπούν περισσότερο τον ηγέτη παρά τον υποταχτικό και στο βάθος είναι περισσότερο ευχαριστημένες  από ένα δόγμα που δεν ανέχεται αντίπαλο παρά από την παραχώρηση φιλελεύθερων δικαιωμάτων. Πολλές φορές δεν ξέρουν τι να τα κάνουν τα δικαιώματα αυτά και ακόμη ευκολότερα αισθάνονται πως έχουν εγκαταλειφτεί. Δεν αναλογίζονται  ούτε την αφροσύνη με την οποία κατατρομοκρατούνται πνευματικά, ούτε και το φρικιαστικό ακρωτηριασμό των ανθρώπινων ελευθεριών τους, γιατί η δολιότητα αυτού του δόγματος δεν τους περνά ποτέ από το μυαλό

Περιγράφει την κάμψη της θέλησης του ακροατηρίου από την υπέρτερη δύναμη του ομιλητή σαν έναν από τους ουσιωδέστερους παράγοντες προπαγάνδας. Δε διστάζει ακόμη και να παραδεχτεί πως η δυσική κούραση του ακροατηρίου είναι η πιο ευνοϊκή συνθήκη για τη δημιουργία διάθεσης υποταγής. Εξετάζοντας το θέμα ποια ώρα της ημέρας είναι πιο πρόσφορη για μαζικές πολιτικές συγκεντρώσεις, αναφέρει:

«Φαίνεται πως το πρωί και ακόμη  κατά τη διάρκεια τής ημέρας η θέληση των ανθρώπων εξεγείρεται με περισσότερη ενεργητικότητα σε μια προσπάθεια υποταγής τους, στη θέληση και στη γνώμη ενός άλλου. Αλλά κατά το βράδυ υποκύπτουν ευκολότερα στην κυριαρχική δύναμη μιας ισχυρότερης θέλησης. Γιατί στην ουσία μια τέτοια συγκέντρωση αντιπροσωπεύει έναν αγώνα πάλης μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων. Το ανώτερο ρητορικό ταλέντο μιας δεσποτικής αποστολικής φύσης θα πετύχει τώρα να κερδίσει πιο εύκολα με το μέρος τής νέας θέλησης ανθρώπους που έχουν αισθανθεί να εξασθενίζει μέσα τους η δύναμη αντίστασης κατά τον πιο φυσικό τρόπο, παρά ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν τον πλήρη έλεγχο της ενεργητικότητας τού πνεύματός τους και της βουλητικής του δύναμης»

Ο ίδιος ο Χίτλερ έχει πλήρη γνώση των συνθηκών που δημιουργούν την επιθυμία υποταγής και δίνει μια εξαίρετη περιγραφή της κατάστασης του ατόμου που παραβρίσκεται σε μαζική συγκέντρωση.

«Οι μαζικές συγκεντρώσεις είναι απαραίτητες μόνο για το λόγο ότι σ΄αυτές το άτομο, που έχοντας προσχωρήσει σ΄ένα νέο κίνημα αισθάνεται μοναξιά και εύκολα κυριεύεται από το φόβο πως είναι ολομόναχο, αποκτά για πρώτη φορά την εικόνα μιας ευρύτερης κοινότητας, πράγμα που έχει τονωτική και ενθαρρυντική επίδραση στους περισσότερους ανθρώπους… Αν είναι η πρώτη φορά που βγαίνει από το μικρομάγαζό του ή από τη μεγάλη επιχείρησή του, όπου αισθάνεται πολύ μικρός, για να έρθει στη μαζική συγκέντρωση, όπου βλέπει τον εαυτό του να περιβάλλεται από χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπους με τις ίδιες πεποιθήσεις… υποκύπτει και κείνος σ΄αυτό που ονομάζουμε υποβολή.»

Ο Γκαίμπελς περιγράφει τις μάζες με το ίδιο πνεύμα. «Οι άνθρωποι δε θέλουν τίποτε άλλο παρά να κυβερνώνται καθώς πρέπει», γράφει στο μυθιστόρημά του Μιχαέλ. Για τον Γκαίμπελς οι άνθρωποι δεν είναι «τίποτε περισσότερο απ΄ό,τι η πέτρα για τον γλύπτη. Ο ηγέτης και οι μάζες αποτελούν τόσο μικρό πρόβλημα, όσο και ο ζωγράφος με το χρώμα».

Σ΄ένα άλλο βιβλίο ο Γκαίμπελς δίνει ακριβή περιγραφή τής εξαπάτησης ενός σαδιστή από το αντικείμενό του. Πόσο αδύναμος και κενός αισθάνεται αν δεν εξουσιάζει κάποιον άλλο και πόσο αυτή η εξουσία τού δίνει νέες δυνάμεις. Να πως αφηγείται ο Γκαίμπελς τί του συμβαίνει :

«Πολλές φορές σε κυριεύει μια βαθιά κατάπτωση. Και μπορεί να την υπερνικήσεις μόνο όταν βρεθείς πάλι μπροστά στις μάζες. Ο λαός είναι η πηγή της δύναμής μας.»

Μια εύστοχη περιγραφή αυτού του ιδιαίτερου είδους εξουσίας πάνω στο λαό, που οι ναζί αποκαλούν ηγεσία, δίνει ο Λέυ, αρχηγός του γερμανικού μετώπου εργασίας. Απαριθμώντας τις ιδιότητες που πρέπει να έχει ένας ναζί ηγέτης και τους σκοπούς της διαπαιδαγώγησης τών ηγετών, γράφει:

«Επιθυμούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο οι άνθρωποι αυτοί έχουν τη θέληση να ηγούνται, να είναι κυρίαρχοι, με μία λέξη, να κυβερνούν…. Επιθυμούμε να κυβερνούν και να το χαίρονται… Θα διδάξουμε αυτούς τους ανθρώπους πώς να ιππεύουν… για να τους δώσουμε το αίσθημα της απόλυτης κυριαρχίας πάνω σε ένα ζωντανό πλάσμα»

Την ίδια έμφαση στην κυριαρχία δίνει και ο Χίτλερ διατυπώνοντας τους σκοπούς της διαπαιδαγώγησης. Σχετικά με το μαθητή λέει ότι «το σύνολο της διαπαιδαγώγησης και της ανάπτυξής του πρέπει να αποβλέπει στο να τού εδραιώσει την πεποίθηση πως είναι ανώτερος από τους άλλους.»

Το γεγονός πως αλλού διακηρύσσει ότι το παιδί πρέπει να διδάσκεται και να ανέχεται αδικία χωρίς να εξεγείρεται, δεν φαίνεται -όπως τουλάχιστον πιστεύω- στον αναγνώστη σαν παράδοξο.Αυτή η αντίφαση είναι χαρακτηριστική στη σαδομαζοχιστική αμφιταλάντευση ανάμεσα στον πόθο της εξουσίας και στην επιθυμία υποταγής. Η επιθυμία κυριαρχίας πάνω στις μάζες, να τι τραβά το μέλος της «elite», τους ναζί ηγέτες. Όπως δείχνουν τα παραπάνω αποσπάσματα η επιθυμία αυτή κυριαρχίας αποκαλύπτεται μερικές φορές με εκπληκτική ειλικρίνεια. Άλλοτε παρουσιάζεται με λιγότερο επιθετική μορφή, με το να τονίζεται πως αυτό που επιθυμούν οι μάζες είναι να κυβερνώνται. Άλλοτε, η ανάγκη να κολακευτούν οι μάζες και επομένως να αποκρυφτεί η κυνική περιφρόνηση γι΄αυτές, οδηγεί σε ταχυδακτυλουργίες, όπως η εξής: Μιλώντας για το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο για το Χίτλερ, όπως θα δούμε αργότερα, ταυτίζεται λίγο πολύ με την παρόρμηση για την εξουσία, λέει πως στον Άριο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έφτασε στην ευγενέστερη μορφή του «γιατί αυτός υποτάσσει εθελοντικά το εγώ του στη ζωή της κοινότητας και αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, το θυσιάζει επίσης».

Ενώ οι «ηγέτες» είναι οι μόνοι που απολαμβάνουν το δικαίωμα της εξουσίας, οι μάζες από το άλλο μέρος δεν αποστερούνται τη σαδιστική ευχαρίστηση. Οι φυλετικές και πολιτικές μειονότητες εντός της Γερμανίας και στη συνέχεια και των άλλων εθνών που θεωρούνται ασθενικά ή σε αποσύνθεση, είναι αντικείμενα σαδισμού με τα οποία τρέφονται οι μάζες. Ενώ ο Χίτλερ και η γραφειοκρατία του απολαμβάνουν την εξουσία τους πάνω στις γερμανικές μάζες, οι ίδιες οι μάζες διδάσκονται να απολαμβάνουν την εξουσία τους πάνω σε άλλα έθνη και διαποτίζονται από το πάθος της κυριαρχίας του κόσμου.

Ο Χίτλερ δε διστάζει να διακηρύξει πως η επιθυμία για την παγκόσμια κυριαρχία είναι σκοπός δικός του ή του κόμματός του. Ειρωνευόμενος το ειρηνιστικό κίνημα, λέει:

« Πραγματικά, η ιδέα της πανανθρώπινης ειρήνης είναι ίσως πολύ καλή από τη στιγμή που ο άνθρωπος που έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα θα κατακτήσει και θα υποτάξει τον κόσμο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει αναδειχτεί σε μοναδικό κυρίαρχο της υδρογείου».

Και παραπάνω αναφέρει:

«Ένα κράτος το οποίο στην εποχή των φυλετικών αναταραχών αφοσιώνεται στην περίθαλψη των καλύτερων φυλετικών στοιχείων του πρέπει μια μέρα να κυριαρχήσει πάνω στον κόσμο»

Συνήθως ο Χίτλερ προσπαθεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την επιθυμία του για την εξουσία. Οι κύριες δικαιολογίες του είναι οι ακόλουθες: η κυραρχία του πάνω σ΄αλλους λαού είναι για το καλό τους και για το καλό του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο πόθος της εξουσίας πηγάζει από τους αιώνιους νόμους της φύσης και αυτός αναγνωρίζει και ακολουθεί μόνο αυτούς τους νόμους: Ενεργεί κάτω από την επιταγή μιας ανώτερης δύναμης –του Θεού, της Ειμαρμένης, της Ιστορίας, της Φύσης. Οι προσπάθειές του για την κυριαρχία δεν είναι παρά άμυνα ενάντια στις προσπάθειες των άλλων να κυριαρχήσουν πάνω σ΄αυτόν και στο γερμανικό λαό. Αυτός επιθυμεί μόνο την ειρήνη και ελευθερία.

Ένα παράδειγμα του πρώτου είδους αιτιολόγησης δίνει η ακόλουθη παράγραφος από το «Mein Kampf»:

« Αν στην ιστορική του εξέλιξη ο γερμανικός λαός είχε επιτύχει αυτή την ομαδική ενότητα που απολάμβαναν άλλοι λαοί, τότε το γερμανικό Ράιχ θα ήταν προφανώς σήμερα ο κυρίαρχος της υδρογείου

Η γερμανική κυριαρχία του κόσμου θα οδηγούσε, συνεχίζει ο Χίτλερ, σε μια «ειρήνη υποστηριζόμενη όχι από τους κλάδους φοινίκων που κρατούν οι δακρύβρεχτες επαγγελματίες πασιφίστριες μοιρολογίστρες, αλλά θα στηριζόταν στο νικηφόρο ξίφος ενός λαού κυρίαρχων, που θέτει τον κόσμο στην υπηρεσία ενός ανώτερου πολιτισμού

Κατά τα τελευταία χρόνια, οι διαβεβαιώσεις του πως ο σκοπός του είναι όχι μόνο η ευημερία της Γερμανίας, αλλά η εξυπηρέτηση με τις πράξεις του των ζωτικότερων συμφερόντων του πολιτισμού γενικά, είναι πολύ γνωστές σε κάθε αναγνώστη εφημερίδας.

Η δεύτερη αιτιολόγηση, πως ο πόθος του για την εξουσία πηγάζει από τους νόμους τη φύσης, είναι κάτι περισσότερο από απλή αιτιολόγηση. Ξεπηδά επίσης και από την επιθυμία υποταγής σε ια εξουσία έξω από το άτομο, όπως εκφράζεται ιδιαίτερα στη χοντροκομμένη εκλαΐκευση του δαρβινισμού του Χίτλερ. Στο «ένστικτο αυτοσυντήρησης των ειδών» ο Χίτλερ βλέπει «την πρώτη αιτία της δημιουργίας ων ανθρώπινων κοινοτήτων».

Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης οδηγεί στον αγώνα του ισχυρότερου για την κυριαρχία του ασθενέστερου και οικονομικά, με τον καιρό, στην επιβίωση του ικανότερου. Ο ταυτισμός του ενστίκτου αυτοσυντήρησης με την εξουσία πάνω στους άλλους βρίσκει την έκφρασή του, κατά τρόπο ιδιαίτερα εκπληκτικό, στον ισχυρισμό τού Χίτλερ, σύμφωνα με τον οποίο «ο πρώτος πολιτισμός της ανθρωπότητας εξαρτιόταν ασφαλώς λιγότερο από την εξημέρωση των ζώων και περισσότερο από τη χρησιμοποίηση κατώτερων λαών». Προεκτείνει το δικό του σαδισμό πάνω στη Φύση, που είναι «η στυγερή Βασίλισσα κάθε Σοφίας» και της οποίας ο νόμος της διατήρησης «συνδέεται με τους χάλκειους νόμους της αναγκαιότητας και του δικαιώματος της νίκης του καλύτερου και ισχυρότερου σ΄αυτόν τον κόσμο».
Πηγή:  και 2

Posted on May 4, 2012, in Κοινωνία, Πολιτική and tagged , . Bookmark the permalink. Leave a comment.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: