Blog Archives

Η αποποίηση της ευθύνης

Στην πλατωνική Πολιτεία αναφέρεται η ιστορία ενός Λυδού βασιλιά του Γύγη, που έζησε τον  7ο αιώνα π.Χ. ίδρυσε τη δυναστεία των Μερμναδών, τελευταίος απόγονος της οποίας ήταν ο γνωστός από την αρχαία ιστορία, Κροίσος…
Ο Γύγης σύμφωνα με το κείμενο, έβοσκε τα κοπάδια με ζώα του βασιλιά της Λυδίας. Μια μέρα, ύστερα από έντονη καταιγίδα και έναν σεισμό, που άνοιξαν ρήγμα στη γη, κατεβαίνει βαθιά κάτω από το έδαφος όπου βρίσκει και παίρνει ένα χρυσό δαχτυλίδι από το δάχτυλο ενός πελώριου νεκρού άνδρα που βρισκόταν μέσα σε ένα χάλκινο άλογο. Λίγο αργότερα με έκπληξη διαπιστώνει ότι περιστρέφοντας το δέσιμο του δαχτυλιδιού γινόταν αόρατος, και επαναφέροντας το στην αρχική θέση και πάλι ορατός. Χρησιμοποιώντας το δαχτυλίδι ο Γύγης ξελογιάζει τη γυναίκα του Βασιλιά, τον σκοτώνει, τη παντρεύεται και σφετερίζεται την εξουσία.Την ιστορία αυτή αφηγείται ο Γλαύκων ενώπιον ενός φιλοσοφικού “δικαστηρίου” αμφισβητώντας τη θέση του Σωκράτη ότι η δικαιοσύνη είναι έμφυτο αγαθό σε κάθε άνθρωπο, προσπαθώντας να δείξει ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του δίκαιος, και ότι ασκεί τη δικαιοσύνη εξαιτίας του φόβου της τιμωρίας. Τόσο ο δίκαιος όσο και ο άδικος, αν διέθεταν το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη, που θα τους εξαφάνιζε από τη κοινή θέα, δεν θα δίσταζαν να προβούν σε κάθε είδους αδίκημα…

Το δαχτυλίδι του Γύγη επικαλέστηκε μια φίλη μου σε μια πολύ μεγάλη συζήτηση που άνοιξε για τις συνελεύσεις,  τα γιαουρτώματα, τις “λαϊκές” αντιδράσεις.

Αν μπορείτε διαβάστε στο πρωτότυπο την ιστορία και προβληματιστείτε για το άλογο, το πτώμα, το δαχτυλίδι και τον Γύγη.

Αν τα αρχαία ελληνικά σας δεν φτάνουν ή δεν νιώθετε πολύ τολμηροί σήμερα, μπορείτε να αρκεστείτε στη περίληψη μου.Αν και πάλι δεν καταλαβαίνετε, ίσως θα πρέπει να ανοίξετε τα μάτια σας και να κοιτάξετε ευθεία, κατά προτίμηση μπροστά σ’ έναν καθρέφτη…

 Ὡς δὲ καὶ οἱ ἐπιτηδεύοντες ἀδυναμίᾳ τοῦ ἀδικεῖν ἄκοντες
αὐτὸ ἐπιτηδεύουσι, μάλιστ’ ἂν αἰσθοίμεθα, εἰ τοιόνδε ποιή-
σαιμεν τῇ διανοίᾳ· δόντες ἐξουσίαν ἑκατέρῳ ποιεῖν ὅτι ἂν
βούληται, τῷ τε δικαίῳ καὶ τῷ ἀδίκῳ, εἶτ’ ἐπακολουθήσαιμεν
θεώμενοι ποῖ ἡ ἐπιθυμία ἑκάτερον ἄξει. ἐπ’ αὐτοφώρῳ οὖν
λάβοιμεν ἂν τὸν δίκαιον τῷ ἀδίκῳ εἰς ταὐτὸν ἰόντα διὰ τὴν
πλεονεξίαν, ὃ πᾶσα φύσις διώκειν πέφυκεν ὡς ἀγαθόν, νόμῳ
δὲ βίᾳ παράγεται ἐπὶ τὴν τοῦ ἴσου τιμήν. εἴη δ’ ἂν ἡ
ἐξουσία ἣν λέγω τοιάδε μάλιστα, εἰ αὐτοῖς γένοιτο οἵαν
ποτέ φασιν δύναμιν τῷ τοῦ Λυδοῦ προγόνῳ γενέσθαι.
εἶναι μὲν γὰρ αὐτὸν ποιμένα θητεύοντα παρὰ τῷ τότε Λυδίας
ἄρχοντι, ὄμβρου δὲ πολλοῦ γενομένου καὶ σεισμοῦ ῥαγῆναί
τι τῆς γῆς καὶ γενέσθαι χάσμα κατὰ τὸν τόπον ᾗ ἔνεμεν.
ἰδόντα δὲ καὶ θαυμάσαντα καταβῆναι καὶ ἰδεῖν ἄλλα τε δὴ
ἃ μυθολογοῦσιν θαυμαστὰ καὶ ἵππον χαλκοῦν, κοῖλον, θυρίδας
ἔχοντα, καθ’ ἃς ἐγκύψαντα ἰδεῖν ἐνόντα νεκρόν, ὡς φαίνεσθαι
μείζω ἢ κατ’ ἄνθρωπον, τοῦτον δὲ ἄλλο μὲν οὐδέν, περὶ δὲ
τῇ χειρὶ χρυσοῦν δακτύλιον ὄντα περιελόμενον ἐκβῆναι.
συλλόγου δὲ γενομένου τοῖς ποιμέσιν εἰωθότος, ἵν’ ἐξαγ-
γέλλοιεν κατὰ μῆνα τῷ βασιλεῖ τὰ περὶ τὰ ποίμνια, ἀφικέσθαι
καὶ ἐκεῖνον ἔχοντα τὸν δακτύλιον· καθήμενον οὖν μετὰ τῶν
ἄλλων τυχεῖν τὴν σφενδόνην τοῦ δακτυλίου περιαγαγόντα
πρὸς ἑαυτὸν εἰς τὸ εἴσω τῆς χειρός, τούτου δὲ γενομένου
ἀφανῆ αὐτὸν γενέσθαι τοῖς παρακαθημένοις, καὶ διαλέγεσθαι
ὡς περὶ οἰχομένου. καὶ τὸν θαυμάζειν τε καὶ πάλιν ἐπιψη-
λαφῶντα τὸν δακτύλιον στρέψαι ἔξω τὴν σφενδόνην, καὶ
στρέψαντα φανερὸν γενέσθαι. καὶ τοῦτο ἐννοήσαντα ἀπο-
πειρᾶσθαι τοῦ δακτυλίου εἰ ταύτην ἔχοι τὴν δύναμιν, καὶ αὐτῷ
οὕτω συμβαίνειν, στρέφοντι μὲν εἴσω τὴν σφενδόνην ἀδήλῳ
γίγνεσθαι, ἔξω δὲ δήλῳ· αἰσθόμενον δὲ εὐθὺς διαπράξασθαι
τῶν ἀγγέλων γενέσθαι τῶν παρὰ τὸν βασιλέα, ἐλθόντα
δὲ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μοιχεύσαντα, μετ’ ἐκείνης ἐπιθέ-
μενον τῷ βασιλεῖ ἀποκτεῖναι καὶ τὴν ἀρχὴν οὕτω κατασχεῖν.
εἰ οὖν δύο τοιούτω δακτυλίω γενοίσθην, καὶ τὸν μὲν ὁ δίκαιος
περιθεῖτο, τὸν δὲ ὁ ἄδικος, οὐδεὶς ἂν γένοιτο, ὡς δόξειεν,
οὕτως ἀδαμάντινος, ὃς ἂν μείνειεν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ
τολμήσειεν ἀπέχεσθαι τῶν ἀλλοτρίων καὶ μὴ ἅπτεσθαι, ἐξὸν
αὐτῷ καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀδεῶς ὅτι βούλοιτο λαμβάνειν,
καὶ εἰσιόντι εἰς τὰς οἰκίας συγγίγνεσθαι ὅτῳ βούλοιτο, καὶ
ἀποκτεινύναι καὶ ἐκ δεσμῶν λύειν οὕστινας βούλοιτο, καὶ
τἆλλα πράττειν ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἰσόθεον ὄντα. οὕτω δὲ
δρῶν οὐδὲν ἂν διάφορον τοῦ ἑτέρου ποιοῖ, ἀλλ’ ἐπὶ ταὔτ’ ἂν
ἴοιεν ἀμφότεροι. καίτοι μέγα τοῦτο τεκμήριον ἂν φαίη τις
ὅτι οὐδεὶς ἑκὼν δίκαιος ἀλλ’ ἀναγκαζόμενος, ὡς οὐκ ἀγαθοῦ
ἰδίᾳ ὄντος, ἐπεὶ ὅπου γ’ ἂν οἴηται ἕκαστος οἷός τε ἔσεσθαι
ἀδικεῖν, ἀδικεῖν. λυσιτελεῖν γὰρ δὴ οἴεται πᾶς ἀνὴρ πολὺ
μᾶλλον ἰδίᾳ τὴν ἀδικίαν τῆς δικαιοσύνης, ἀληθῆ οἰόμενος,
ὡς φήσει ὁ περὶ τοῦ τοιούτου λόγου λέγων· ἐπεὶ εἴ τις
τοιαύτης ἐξουσίας ἐπιλαβόμενος μηδέν ποτε ἐθέλοι ἀδικῆσαι
μηδὲ ἅψαιτο τῶν ἀλλοτρίων, ἀθλιώτατος μὲν ἂν δόξειεν
εἶναι τοῖς αἰσθανομένοις καὶ ἀνοητότατος, ἐπαινοῖεν δ’ ἂν
αὐτὸν ἀλλήλων ἐναντίον ἐξαπατῶντες ἀλλήλους διὰ τὸν τοῦ
ἀδικεῖσθαι φόβον.
%d bloggers like this: